
Κιάρα Κόντη, Εταίρος και Επικεφαλής Υπηρεσιών Βιώσιμης Ανάπτυξης της EY Ελλάδος
Η Κιάρα Κόντη, Εταίρος και Επικεφαλής Υπηρεσιών Βιώσιμης Ανάπτυξης της EY Ελλάδος, και η Βίκυ Σιαμπάνη, Director στις Υπηρεσίες Βιώσιμης Ανάπτυξης της εταιρείας, αναλύουν πώς το ESG reporting εξελίσσεται απο εργαλείο συμμόρφωσης σε μοχλό στρατηγικής, ανθεκτικότητας και μακροπρόθεσμης αξίας
Συνέντευξη στον Στάθη Βασιλόπουλο
Πώς διαμορφώνεται σήμερα το τοπίο γύρω από το sustainability reporting και ποιες είναι οι νεότερες εξελίξεις;
Βρισκόμαστε σε μια περίοδο σημαντικής αναπροσαρμογής του ευρωπαϊκού πλαισίου για τη βιώσιμη ανάπτυξη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει ένα ιδιαίτερα φιλόδοξο και ολοκληρωμένο πλαίσιο, με κεντρικούς πυλώνες το Corporate Sustainability Reporting Directive (CSRD) και τα European Sustainability Reporting Standards (ESRS). Το ζητούμενο, σήμερα, είναι το πλαίσιο αυτό να εφαρμοστεί από τις επιχειρήσεις με τρόπο που θα ενισχύει τη διαφάνεια, τη συγκρισιμότητα και την ουσιαστική δράση, αντιμετωπίζοντας παράλληλα την έως πρότινος ανομοιογένεια μεταξύ προτύπων και πλαισίων αναφοράς.
Το νέο πακέτο Omnibus τροποποιεί βασικές Οδηγίες του πλαισίου βιωσιμότητας της Ε.Ε. (συμπεριλαμβανομένης της Οδηγίας CSRD), με στόχο να μειώσει τη ρυθμιστική πολυπλοκότητα και το βάρος της κανονιστικής συμμόρφωσης, ενώ η Οδηγία “Stop-the-Clock” –η οποία αποτελεί μέρος του πακέτου– μεταθέτει χρονικά ορισμένες υποχρεώσεις που σχετίζονται με αναφορές βιώσιμης ανάπτυξης (sustainability reporting) και τη δέουσα επιμέλεια, για παράδειγμα με την Corporate Sustainability Due Diligence Directive (CS3D).
Η ανάλυση EY CSRD Barometer 2026 αποτυπώνει πολύ καθαρά αυτή τη μετάβαση, καθώς υπογραμμίζει ότι, στη δεύτερη χρονιά εφαρμογής της Οδηγίας CSRD, οι εταιρείες που υποβάλλουν αναφορές βάσει προτύπων ESRS εμφανίζουν μεγαλύτερη ωριμότητα, πιο στοχευμένες αξιολογήσεις διπλής ουσιαστικότητας (double materiality) και βελτιωμένη ποιότητα δεδομένων. Παράλληλα, οι αναφορές γίνονται πιο σύντομες και περιεκτικές, καθώς ο μέσος αριθμός σελίδων έχει μειωθεί.
Βλέπουμε, λοιπόν, ότι οι πιο ώριμες επιχειρήσεις σταδιακά μετακινούνται από την πρώτη φάση, αυτή της απλής συμμόρφωσης, που έφερε η Οδηγία CSRD, στο ουσιαστικό ζητούμενο του sustainability reporting. Δηλαδή, στην αξιοποίηση των εκθέσεων ως εργαλείων στρατηγικής, διαχείρισης κινδύνων, πρόσβασης σε κεφάλαια και δημιουργίας μακροπρόθεσμης αξίας.
Σε αυτό το περιβάλλον, είναι ιδιαίτερα σημαντικό ότι, για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά, η EY Ελλάδος σε συνεργασία με τη Net Zero Analytics και το “Forbes” παρουσιάζουν το ESG Transparency Index, χαρτογραφώντας την ελληνική αγορά ως προς το επίπεδο διαφάνειας που παρέχουν οι επιχειρήσεις σε θέματα περιβάλλοντος, κοινωνίας και διακυβέρνησης.
Ποια είναι, λοιπόν, η εικόνα που διαμορφώνεται στην ελληνική αγορά ως προς τη διαφάνεια και την ωριμότητα των αναφορών ESG;
Το πρώτο βασικό συμπέρασμα είναι ότι η εφαρμογή της Οδηγίας CSRD έχει αρχίσει να επηρεάζει θετικά τον βαθμό διαφάνειας των επιχειρήσεων στην Ελλάδα. Η φετινή έκδοση της έρευνας –μετά την πρώτη χρονιά εφαρμογής της Οδηγίας CSRD και, πλέον, στη δεύτερη– φανερώνει ότι οι οργανισμοί δίνουν μεγαλύτερη προσοχή στη δομή και στην πληρότητα των αναφορών τους.
Άλλωστε, η ίδια η ύπαρξη ενός πιο αυστηρού και εναρμονισμένου πλαισίου υποχρεώνει τις επιχειρήσεις να επανεξετάσουν τον τρόπο με τον οποίο συλλέγουν, επαληθεύουν και παρουσιάζουν πληροφορίες σχετικά με ζητήματα βιώσιμης ανάπτυξης και ESG.
Η ελληνική αγορά κινείται, ωστόσο, με δύο διαφορετικές ταχύτητες. Από τη μία πλευρά, υπάρχουν οργανισμοί που ακολουθούν μια πορεία συνεχούς βελτίωσης, εφαρμόζοντας ώριμες διαδικασίες αναφορών ESG, με αποτέλεσμα να συνδέουν τη βιώσιμη ανάπτυξη με τη στρατηγική τους, βελτιώνοντας το επίπεδο διακυβέρνησης και διαφάνειας. Από την άλλη, ορισμένες επιχειρήσεις παραμένουν σε χαμηλότερα επίπεδα ωριμότητας, παρουσιάζοντας στασιμότητα ή περιορισμένη πρόοδο, καθώς δεν έχουν ενσωματώσει ακόμη τη βιώσιμη ανάπτυξη στον τρόπο λειτουργίας τους και στη λήψη αποφάσεων.
Την ίδια στιγμή, παρατηρούμε ότι ο βαθμός διαφάνειας των επιχειρήσεων σχετίζεται με τον κλάδο στον οποίο δραστηριοποιούνται. Για παράδειγμα, ορισμένοι κλάδοι, όπως η ενέργεια και οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, εμφανίζονται πιο προχωρημένοι. Ωστόσο, το μεγάλο στοίχημα είναι η πρόοδος να διαχυθεί σε όλο το φάσμα του ελληνικού επιχειρείν.
Ποια είναι τα ουσιαστικότερα πεδία στα οποία βλέπετε πρόοδο ή υστερήσεις στις ελληνικές επιχειρήσεις;
Θα λέγαμε ότι το ESG Transparency Index, σε συνδυασμό με ευρήματα από πρόσφατες έρευνες της EY που σχετίζονται με τη βιώσιμη ανάπτυξη, αναδεικνύουν τέσσερις μεγάλες θεματικές: τη διπλή ουσιαστικότητα, την κλιματική μετάβαση, τα ζητήματα φύσης και βιοποικιλότητας και τα κοινωνικά ζητήματα.
Όσον αφορά στη διπλή ουσιαστικότητα, παρατηρούμε σαφή πρόοδο, ειδικά στις επιχειρήσεις που βρίσκονται εντός του πεδίου εφαρμογής της CSRD. Οι επιχειρήσεις αρχίζουν να “χτίζουν” πάνω στις αναφορές από την πρώτη χρονιά εφαρμογής της Οδηγίας, να τεκμηριώνουν καλύτερα τη διαδικασία και να ενισχύουν την εμπλοκή των ενδιαφερόμενων μερών. Αυτό είναι κρίσιμο, γιατί το double materiality assessment (DMA) βοηθά τους οργανισμούς να κατανοήσουν, αφενός, πώς τα θέματα βιώσιμης ανάπτυξης επηρεάζουν την οικονομική τους προοπτική και, αφετέρου, πώς η ίδια η δραστηριότητα της επιχείρησης επηρεάζει την κοινωνία και το περιβάλλον. Ανάλυση της EY δείχνει ότι διεθνώς οι εταιρείες έχουν αρχίσει να προσεγγίζουν τη διπλή ουσιαστικότητα με μεγαλύτερη ωριμότητα, μέσα από πιο εστιασμένες αξιολογήσεις, πιο “καθαρές” αφηγήσεις και καλύτερη ποιότητα δεδομένων. Ωστόσο η εικόνα δεν είναι ακόμη ομοιόμορφη, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν διαφοροποιήσεις στον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις τεκμηριώνουν και παρουσιάζουν τη διαδικασία και τα αποτελέσματα του DMA. Ακόμα ένα εύρημα του ESG Transparency Index είναι πως οι αναθεωρήσεις των DMAs σε αρκετές περιπτώσεις τείνουν να καταλήγουν σε μια πιο στοχευμένη και μειωμένη λίστα ουσιαστικών θεμάτων. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά μια πιο ώριμη και δομημένη προσέγγιση ιεράρχησης, με εστίαση στα ζητήματα που έχουν τη μεγαλύτερη σημασία για την επιχείρηση και την αλυσίδα αξίας. Ωστόσο, το φαινόμενο αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένο αριθμό γνωστοποιήσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, το ζητούμενο για τις επιχειρήσεις είναι να διατηρούν τη σωστή ισορροπία μεταξύ εστίασης και πληρότητας, διασφαλίζοντας ότι οι γνωστοποιήσεις τους παραμένουν σαφείς, τεκμηριωμένες και επαρκείς για όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των ESG raters.
Ανομοιομορφία παρατηρείται και στην πρόοδο της κλιματικής μετάβασης. Αφενός, οι αρχές του Task Force on Climate-related Financial Disclosures (TCFD) ενσωματώνονται σε μεγαλύτερο βαθμό στις εκθέσεις, οι επιχειρήσεις αναγνωρίζουν πιο συστηματικά τους φυσικούς και τους κινδύνους μετάβασης και η συζήτηση γύρω από τα σχέδια κλιματικής μετάβασης έχει ωριμάσει. Αφετέρου, όμως, εξακολουθούν να υπάρχουν περιοχές που καλύπτονται επιφανειακά, ενώ συχνά η σύνδεση των σχεδίων κλιματικής μετάβασης με οικονομικά στοιχεία δεν είναι η ενδεδειγμένη. Σύμφωνα, μάλιστα, με το τελευταίο Global Climate Action Barometer της EY, η πλειονότητα των επιχειρήσεων (68%) έχουν αξιολογήσει τόσο τους φυσικούς όσο και τους κινδύνους μετάβασης που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή, αλλά μόλις το 17% δημοσιοποιούν τον χρηματοοικονομικό αντίκτυπο αυτών των κινδύνων. Στο EY CSRD Barometer 2026, 166 από τις 196 εταιρείες του δείγματος δηλώνουν ότι έχουν δημοσιοποιήσει τέτοια σχέδια, ενώ ακόμα 10 αναφέρουν ότι βρίσκονται σε διαδικασία υλοποίησης, όμως οι αναφορές αυτές δεν καλύπτουν πάντα όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, όπως η ευθυγράμμιση με τον στόχο του 1,5°C ή οι οικονομικοί πόροι για την υλοποίηση των σχετικών πλάνων.
Η φύση και η βιοποικιλότητα αποτελούν, ίσως, το επόμενο μεγάλο πεδίο βελτίωσης, καθώς παρατηρούνται ελλείψεις σε KPIs και στόχους, ενώ η έμφαση δίνεται κυρίως στη συμμόρφωση με τη νομοθεσία. Την ίδια εικόνα είχε αναδείξει και το Global Nature Action Barometer 2025 της EY, υπογραμμίζοντας πως, παρότι το 93% των επιχειρήσεων εντάσσουν τη φύση στη θεματολογία των αναφορών τους, μόλις το 26% περιλαμβάνουν στις σχετικές εκθέσεις τους πληροφορίες που ευθυγραμμίζονται με τις συστάσεις του TNFD. Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, η δημοσίευση εξειδικευμένων εκθέσεων για τη φύση είναι ακόμα πιο περιορισμένη, καθώς μόλις το 13% δημοσιοποιούν αυτόνομες εκθέσεις προόδου ή εντάσσουν σχετική πληροφόρηση στις υφιστάμενες εταιρικές αναφορές. Παρότι, λοιπόν, το επίπεδο ωριμότητας παραμένει χαμηλό, το θέμα βρίσκεται πλέον ψηλότερα στην ατζέντα των επιχειρήσεων. Η επόμενη πρόκληση είναι οι εταιρείες να περάσουν από τη γενική αναγνώριση της σημασίας της φύσης στην ποσοτικοποίηση των εξαρτήσεων και των επιπτώσεών τους (dependencies and impacts) και στην ενσωμάτωση των κινδύνων που σχετίζονται με τη φύση στα υφιστάμενα συστήματα αξιολόγησης και διαχείρισης κινδύνων.
Αντίστοιχα, στα ζητήματα κοινωνίας βλέπουμε αύξηση της διαφάνειας, αλλά και σημαντικά περιθώρια εμβάθυνσης. Θέματα όπως το ανθρώπινο δυναμικό, η υγεία και ασφάλεια, η διαφορετικότητα, οι δεξιότητες, οι εργαζόμενοι στην αλυσίδα αξίας και η κοινωνική επίδραση πρέπει να συνδεθούν περισσότερο με τη συνολική στρατηγική των οργανισμών, με σαφή KPIs και στόχους. Το γεγονός ότι αρχίζουν να αναδύονται νέα πλαίσια, όπως το Taskforce on Inequality and Social-related Financial Disclosures (TISFD), ενισχύει την ανάγκη για μια πιο δομημένη, συγκρίσιμη και χρηματοοικονομικά σύγχρονη προσέγγιση στα ζητήματα που αφορούν την κοινωνία.

Βίκυ Σιαμπάνη, Director στις Υπηρεσίες Βιώσιμης Ανάπτυξης της EY Ελλάδος
Ποια είναι, λοιπόν, η επόμενη μέρα για το ESG και το sustainability reporting; Πώς μπορούν οι επιχειρήσεις να μετατρέψουν τη διαφάνεια σε πραγματικό μοχλό μετασχηματισμού και δημιουργίας αξίας;
Για πάρα πολλά χρόνια οι επιχειρήσεις αντιμετώπιζαν την περιβαλλοντική διαχείριση ως ένα κανονιστικό βάρος, συχνά αποσυνδεδεμένο από τη στρατηγική, το επιχειρηματικό μοντέλο και τις επενδυτικές αποφάσεις. Αυτή η προσέγγιση αλλάζει, καθώς γίνεται κατανοητό ότι το ζήτημα της διαφάνειας είναι το πρώτο βήμα, όχι ο τελικός στόχος. Το πραγματικό ζητούμενο είναι οι αναφορές βιώσιμης ανάπτυξης να λειτουργήσουν ως εργαλείο λήψης αποφάσεων, βοηθώντας τις επιχειρήσεις να κατανοήσουν πώς οι υδατικοί πόροι, το έδαφος, η βιοποικιλότητα και το κλίμα επηρεάζουν άμεσα το επιχειρηματικό τους μοντέλο.
Αυτό αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία σε ένα περιβάλλον όπου οι επιχειρήσεις δεν αντιμετωπίζουν μεμονωμένες πηγές κινδύνου, αλλά έναν συνδυασμό προκλήσεων που αποτελείται από γεωπολιτικές εντάσεις, ενεργειακό κόστος, κυβερνοαπειλές, πληθωριστικές πιέσεις και ακραία καιρικά φαινόμενα. Σε αυτό το πλαίσιο, το ζητούμενο δεν είναι απλώς περισσότερες και πιο πολύπλοκες αναφορές, αλλά καλύτερη πληροφόρηση για καλύτερες αποφάσεις.
Οι επιχειρήσεις που θα αξιοποιούν τα δεδομένα βιώσιμης ανάπτυξης για να αναβαθμίσουν υποδομές, να ενισχύσουν τη διακυβέρνηση, να διαφοροποιήσουν αλυσίδες αξίας και να ενσωματώσουν την κλιματική παράμετρο στις επενδύσεις τους όχι μόνο θα μετριάζουν την έκθεσή τους σε κινδύνους, αλλά θα δημιουργούν αξία για τις ίδιες, τους πελάτες τους, την κοινωνία και όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη τους. Άλλωστε, οι περισσότερες από τις μισές επιχειρήσεις που συμμετείχαν στην έρευνα EY Sustainable Value Survey Ελλάδα 2024, η οποία δημοσιεύτηκε τον Φεβρουάριο του 2025, ανέφεραν ότι οι πρωτοβουλίες για το κλίμα απέφεραν μεγαλύτερη από την αναμενόμενη αξία είτε για τους πελάτες (61%) είτε για την κοινωνία (56%).
Η επόμενη μέρα, λοιπόν, δεν αφορά απλώς περισσότερες και πιο σύνθετες εκθέσεις. Αφορά καλύτερες επιχειρήσεις, που αξιοποιούν τα δεδομένα για το περιβάλλον και την κοινωνία για να σχεδιάσουν το μέλλον τους και που επενδύουν στην ανθεκτικότητα, την καινοτομία και τη βιώσιμη ανάπτυξη.
Πηγή άρθρου και εικόνων: capital.gr
